ἐρασίμολπος

ἐρᾰσί-μολπος [pron. full] [ῐ], ον,
A delighting in song, of Thalia, Pi.O.14.15.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερασίμολπος — ἐρασίμολπος, ον (Α) αυτός που αγαπά τη μολπή, το τραγούδι. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθετο τού τύπου τερψίμβροτος < έραμαι + μολπή (< μέλπω «τραγουδώ»), τ. που εμφανίζει την ετεροιωμένη βαθμίδα τού θ. μέλπ ] …   Dictionary of Greek

  • ἐρασίμολπε — ἐρασίμολπος delighting in song masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερασίπτερος — ἐρασίπτερος, ον (Α) αυτός που έχει εράσμια, πολύ ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το α’ συνθετικό βλ. ερασίμολπος] …   Dictionary of Greek

  • ερασιτέχνης — ο, θηλ. ερασιτέχνις 1. αυτός που. αγαπάει την τέχνη, ο φιλότεχνος 2. εκείνος που ασχολείται από αγάπη και ενδιαφέρον, όχι επαγγελματικά με τέχνη, επιστήμη, άθλημα, εργασία κ.λπ. («ερασιτέχνης φωτογράφος, ερασιτέχνης ζωγράφος, ερασιτέχνης δύτης» κ …   Dictionary of Greek

  • ερασιχρήματος — ἐρασιχρήματος, ον (AM) αυτός που αγαπά υπερβολικά το χρήμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το α’ συνθετικό βλ. ερασίμολπος] …   Dictionary of Greek

  • μέλπω — (ΑM μέλπω) 1. εξυμνώ κάποιον με άσματα («μέλποντες Ἑκάεργον», Ομ. Ιλ.) 2. τραγουδώ, άδω, ψάλλω (α. «είς τών δύο φρουρούντων μονομμάτων έμελπε κλέφτικον άσμα», Παπαδ. β. «καταγλαϊζόμένος καὶ μέλπων γηθόμενος», Μηναί.) αρχ. 1. μέσ. μέλπομαι α)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.